Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

«ΖΩ ΔΥΟ ΖΩΕΣ»

(Σκιτσογράφημα)
 
Πέθαιναν αράδα τ’ αδέλφια της. Το ‘να μετά τ’ άλλο τα ‘παιρνε ο χάρος από μικρά. Τα περισσότερα απ’ την κούνια.

Τη μοναχοκόρη, το κλωνί του Παππά,  την μάνα μου, την λυπόταν,  την πονούσε, αλλά και την αγαπούσε συνάμα όλο το «Μεσοχώρι». 

Η ίδια ζούσε έντονα τα ικογενειακά επεισόδια. Θυμάται πως, ο πατέρας της στην προσπάθειά του για να σώσει τον Παναγιώτη, έφτασε με βαρυχειμωνιά στο Κάστρο για να φέρει σπίτι γιατρό. Τον πέρασε τραβώντας τ’ άλογο από το καπίστρι στα νερά του ορμητικού «Σαραντινού». 

Όταν έφυγε, παρόλο που δεν μπόρεσε να σώσει το γιο του, έδωσε στο γιατρό, τ’ ακριβό γαμπρικό κοστούμι του, που το 'χε αγοράσει, όταν πήγε ως μετανάστης στην Αμερική.

Μικρή η μάνα μου έβλεπε τους 50ρηδες, με μουστάκι, ακουμπημένους σε μπαστούνι, γυρτούς, ρυτιδωμένους, καταγερασμένους, κακοφορεμένους κι έλεγε μέσα της: 

«Πολλοί μεγάλοι, τούτοι οι άνθρωποι;! Πώς δεν πέθαναν ακόμα;!»

Τώρα που η ίδια έχει περίπου τα διπλά χρόνια, κλείνει τα ενενήντα, λέει για τον εαυτό της: 

«Ζω δυο ζωές, βαρετές είναι πλέον, βάρυνε το καντάρι, κουράστηκα, να φύγω! Αλλά ... τι σου κάνω, αφού είμαι στο πόδι, ας μ’ έχουν τα παιδιά …  Τούτες είναι άλλες εποχές. Τώρα τρώμε από λαγών τυρί κι από αγριογίδα γάλα».

(Από το ανέκδοτο έργο μου: «Το βιβλίο της Μάνας μου»).


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
10/05/2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.