Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

«ΚΑΛΛΙΑ ΨΩΜΟΒΑΣΤΑ, ΠΑΡΑ ΨΩΜΟΠΕΙΝΑ!»

Την έτρωγε σαν το σαράκι η συλλογιά τη μάνα - Γιαννούλα του Γκόλε.

Δεν την κολλούσε ύπνος, δεν έκλεινε μάτι.

Η Γοραντζή στη μέση. Να πάει στο νερόμυλο της Ντοφτής, στη Δερβιτσάνη για άλεσμα - από τη μια μεριά - 

Ή σε αυτόν του Χασκόβου, κοντά στο γιοφύρι του χωριού - από την άλλη;

Αυτό ήταν το δίλλημα.

Για καλύτερο άλεσμα, αλλά και για λιγότερο κόσμο. Να πιάσει σειρά. 

Να μην καθόταν στην ουρά και να ροκάνιζε άσκοπα  όλη τη μέρα στο μύλο

Με κουβέντες του μύλου.

Με το γάιδαρο μπροστά, φορτωμένο και στα μεσοσάμαρα, χαράμα κατηφορίζει για το μύλο του Σιώρη.

Είχε καιρό να τον επισκεφτεί, δεν είχαν γέννημα. 

Τόσο που είχε ξεχάσει το τραγούδι της φτερωτής, τον ήχο των μαντανιών, τη μυρωδιά του φρέσκο κομμένου ζεστού αλευριού, που μόλις βγαίνει από τις μυλόπετρες.

Περπάτα και πλέξε στα γκαβά του χειμώνα τα μάλλινα ... 

Ώσπου   πριν φέξει έφτασε στο μύλο. Με την ελπίδα ότι θα ήταν πρώτη. 

Αλλά ... η αράδα ατέλειωτη, συνωστισμός από τη χαραή.

Έλα και να της έρθει η σειρά να ρίξει στο κοφίνι το άλεσμα.

Πολλές οι ώρες της αναμονής και την έκοψε, τη θέρισε η πείνα. Ψωμί δεν είχε πάρει μαζί της.

Θυμήθηκε τότε τη μάλε - καλή που τη συμβούλευε:

«Όταν πας μακριά, πρόσεχε! Βάλε στο ζωνάρι, στη σακούλα μια κρόδα ψωμί , γιατί στην πορεία δεν ξέρεις τι θα σου συμβεί! Και από τη νηστεία λιποθυμάς!».

 Θυμήθηκε και το ρητό: 

«Κάλλια ψωμοβάστα, παρά ψωμοπείνα!».


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
20/01/2017
    

      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.