Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

ΑΝ ΦΟΡΟΥΣΑ ΚΑΠΕΛΟ…

(Όλα τα κείμενά μου είναι ζωντανά περιστατικά. Αλλά τούτο, που λέει, πώς βρήκα τον ΔΗΜΟΣΙΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟ, είναι ζωντανότερο από τ’ άλλα)

Μπροστά στον γκισέ του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών ήμασταν δύο άτομα. Με είχε καλέσει κι εμένα ο υπάλληλος. Με το κουμπί του, που πάτησε κάποια στιγμή. Κι είχα στο τύμπανό μου όλο το διάλογο.

Φασαρία μεγάλη.

Επέμενε ο άνθρωπος - πίσω από το τζάμι: «Για να μην βρεις το μπελά σου, σε επόμενη, μεθεπόμενη υπηρεσία, αποκόμισε κι αυτά τα έγγραφα: 1,2,3,.. Και φέρτα εδώ μετά, σε μένα. Για να ξεμπερδεύεις, μια και καλά, με το ζήτημά σου.

Άκουγα τις συμβουλές, την προσεκτική κατατόπιση και ο νους φτερούγισε. Πήγε και κάθισε στην δική μου αντίστοιχη υπόθεση. Στο δικό μου Γολγοθά. Στο Δήμο Αθηναίων, με το υπαλληλικό μπάχαλο του Καμίνη. Στην Υπατείας, με το φοβερό παζάρεμα της ιθαγένειας.

Από τ’ ανοιχτά παράθυρα - διάπλατα - στους νόμους της Κυβέρνησης.

Άδειο το κούτελο του διπλανού μου. Δυστυχώς. Για να του το γεμίσει ο τυπικός υπάλληλος, έπρεπε να αδειάσει το δικό του…

Και πάλι δεν θα γέμιζε…

Αν είχα βγάλει κάποτε το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα δεν πάει καλά και αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει, όπως κι έγινε, ήταν από τα γκισέ του Δημοσίου.

Έδειχνε η κρατική μηχανή ότι δεν έτρεχε ομαλά.
Κι ότι ήθελαν λάδωμα τα ρουλεμάν. Για να έπαιρνε ταχύτητα.

Για τέτοιο λάδωμα δεν σκέφτηκε κανείς.

Σκέφτηκε αποκλειστικά μόνο για λάδωμα εντέρου.

…Κι ήμουν πολύ καιρό στο ψάξιμο. Με το κερί στο χέρι. Σαν ο Διογένης, που έψαχνε, μέσα στο πυκνό σκοτάδι, τον ΑΝΘΡΩΠΟ.

Εγώ…έψαχνα… τον ΚΡΑΤΙΚΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟ.

…Και δεν τον έβρισκα πουθενά.

Κι αισθανόμουν άσχημα.

Να όμως που βρήκα, τυχερό μου - χωρίς κερί και μέρα μεσημέρι - τον άψογο υπάλληλο. Κι ήθελα να του το πω. Να τον συγχαρώ.

Για να νιώσει όμορφα.

Ο καλός λόγος σε αναπτερώνει. Σε χαροποιεί. Σου ευφραίνει την ψυχή. Τον έχεις ανάγκη.

Κι αποδίδεις καλύτερα.

Το άδειο κεφάλι, άδειο έφυγε… Στη συνέχεια της πορείας, επόμενο είναι, θα υπέφερε…

…Κι ήμουν πια στημένος, με τη σειρά μου, απέναντι από τον καλοσυνάτο υπάλληλο. Που με την μεγάλη υπομονή του, το ήρεμο ύφος του και τον άπταιστο τρόπο επικοινωνίας, με κατάκτησε.

Μ’ έκανε, πραγματικά, να τον αγαπήσω τρελά.

- Εσείς…; - μου απευθύνεται…
-Δεν μπορώ να μην σας το πω. Αν φορούσα καπέλο, θα το έβγαζα. Εδώ, μπροστά στο γκισέ σας. Προτού την εξυπηρέτηση, σε παρακαλώ πολύ, γράψτε μου σ’ ένα φύλλο χαρτί, με μεγάλα γράμματα, τ’ όνομά σας!

Πρώτα έκανε ένα μορφασμό…δηλαδή…, «…σε ποια δουλειά θα σου μπει το δικό μου όνομα…». Μετά άπλωσε αυθόρμητα το χέρι, πήρε χαρτί κι έγραψε με στυλό πάνω του σεμνά:

Κοντοχρήστος Χαράλαμπος.

Τράβηξε κάτω μια γραμμή, από συνήθεια, και μου το έδωσε.

Τελειώνοντας δουλειά, έβαλα σε ντοσιέ, προσεκτικά - με τα διάφορα άλλα έγγραφα - και το χαρτί με το καλλίγραμμο ονοματεπώνυμο, ευχαρίστησα θερμά τον Χαράλαμπο κι απομακρύνθηκα.

Το διατηρώ - μαζί και με άλλα σπάνια αντικείμενα αξίας - στο αρχείο μου.

Επειδή κουβαλάει την πραγματική υπέροχη ιστορία, που σας αφηγήθηκα.

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

25/04/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.