Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

ΚΟΛΟΝΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Ακολουθούσε βήμα - βήμα τους κουρασμένους του γονείς, έριχνε κι αυτός με τα τρυφερά του χέρια σπόρο στην αυλακιά.

Έγινε υποχρεωτικά από μικρός, ζευγίτης ο Ηλίας Διαμάντης.

Πεθαίνοντας ο πατέρας του, σε νέα ηλικία, έγινε αυτός κολόνα του σπιτιού.

Την επταμελή του οικογένεια, αργότερα, τη μεγάλωσε στην άπλα του κάμπου.

Μέσα στους αγρούς.

Κάτω απ’ τη σκεπή της Καλύβας του Διαμάντη.

Ήταν αντιστασιακός.

Καθώς τον μυρίστηκαν οι Ιταλοί να περνάει στο «Ζεστό» με τα φορτωμένα μουλάρια, τον παίρνουν καταπόδι…

Για να μην τον πιάσουν, τρέχει και κρύβεται σ’ υπόγειο του σπιτιού του.

Μετά από σήραγγα - ανοιγμένη από τον παππο - Μήνο - ρίχνεται στου Πούλη.

Τον κρατούν και τον θρέφουν εκεί αρκετά μερόνυχτα.

Πάνω στις αναταραχές, στις ανακατατάξεις, στις τριβές στο χώρο μας, προσχωρεί μαζί και μ’ άλλους συγχωριανούς, το Μήτσιο Τσίγκα, τον Ηλία Μπαρούτα…, στα στρατεύματα του Ζέρβα.

Για μια τριετία στη σειρά - όταν ζούσε μονίμως κάτω στην καλύβα - το χωριό με ψήφο τον εκλέγει μουχτάρη.

Εκείνο το διάστημα, τον ειδοποιεί νύχτα η αστυνομία να είναι παρόν κι αυτός στην κατάσχεση του σπιτιού του Γιώργου Σύρμου.

«Είναι αργά… θα κατατρομάξουμε τη φαμίλια, θα πανικοβάλουμε τα μικρά - αντιστάθηκε.

Ελάτε αύριο το πρωί, μέρα ξημερώνει…»

Μεσάνυχτα περνάει το Μεγαλάκκο, πηγαίνει ξυπνάει το Γιώργο και τον προειδοποιεί:

«Τι έχεις, τι δεν έχεις… ξεκούμπωσέ τα όλα τα χρήσιμα πράγματα, γιατί αύριο το πρωί έρχονται να στα πάρουν!».

Την επόμενη η αστυνομία με ειδική επιτροπή μπροστά, βρήκε στου Σύρμου μόνο κρεμασμένα κατσιούλια σε καρφιά.

Παρέα με τον πατέρα μου, με τα γυαλιά στα μάτια, σκάλιζε ο Ηλίας στουρνάρι, έστρωνε κι έριχνε κι αυτός μυλόπετρες.  

Με το ζόρι παρέδωσε τα βόδια κι ένα μουλάρι στο «κοινό» νοικοκυριό.

Ορμήνευε την Καλλιρρόη:

- Έβγα στη δουλειά κορίτσι μου, για να μη σε ρεζιλεύει στο χωριό το βράδυ με τη ντουντούκα του ο τελάλης.

Στη σύνταξη βγήκε απ’ τα μαντέμια.

Σε μεγάλη ηλικία καθάριζε με το φτυάρι τα χώματα, χειριζόταν επιδέξια το λοστό.

Ξέκοβε από το βουνό τεράστια πέτρινα στρώματα, τα ‘σπρωχνε στην κατηφόρα, τα τεμάχιζε με τη βαριά, ετοίμαζε σωρούς με ποιοτική πέτρα για οικοδομή. 

Έφυγε από τη ζωή ο μπάρμπα - Ηλίας Διαμάντης με πολλά παράπονα…

Με πολύ πόνο και καημό…

Αλλά… αξιοπρεπώς.

Υ.Γ. Στη φωτογραφία, που τη δανείστηκα από το αρχείο του Νίκου Διαμάντη, τα δύο άτομα στο κέντρο είναι: αριστερά ο Ηλίας Διαμάντης και δεξιά ο Μήτσιος Τσίγκας.


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
26/01/2016



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.