Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Ο ΝΤΑΗΣ

Νταή τον αποκαλούν και νταής είναι στην πραγματικότητα ο Μίχος Τσιάτσιαλης…

Το χωριό δεν κάνει λάθη.

Σε χαρακτηρίζει σωστά.

Ο Μίχος μόλις σ’ αντικρίζει από μακριά, προσπαθεί να σε προλάβει... 

Η επιθυμία του είναι να σε χαιρετίσει αυτός πρώτος…

Συνοδεύει - μάλιστα τον καλόκαρδο χαιρετισμό - και με φαρδύ χαμόγελο.

Όταν τον ανταμώνεις, βγάζει το καπέλο, βάζει κομψά το χέρι του στο στήθος του κι υποκλίνεται μπροστά σου σ' ένδειξη σεβασμού.

Σου σφίγγει δυνατά, μ’ όλη του την ψυχή, το χέρι…

Κύλησε στο μαντέμι όλη η ζωή του.

Με τον κασμά, με το φτυάρι καθάρισε πρώτα μια μύτη βουνού πάνω απ’ το "Ζεστό"… Προχωρώντας…μόλις ανακάλυψε την ποιοτική πέτρα, τις καλές σειρές - έβαλε μπρος και άνοιξε μαντέμι.

Πλάι στων Τσιαμαίων, Μπομπολαίων, Συρμαίων, Μυτιλαίων, Ραϊδαίων, Διαμανταίων, Ντραγκουταίων…

Άλλα μαντέμια ήταν στη "Δολιανή", άλλα στο "Νιάρτσι",  στη "Μουσιαγιάδα", παντού…

Περικυκλωμένη από μαντέμια, από πέτρα, είναι όλη η Δερβιτσάνη…

(Ένα μεγάλο κομμάτι του χωριού έτρωγε ψωμί από τα μαντέμια. Το υπόλοιπο από τους λιθοπελεκητές, τους μηχανουργούς, τους οδηγούς, τους σαμαρτζήδες…,

Από τα χωράφια και τα αιγοπρόβατα…)

Με το λοστό, τις σφήνες… ανασήκωνε ο Νταής ολόκληρο αλώνι, το ‘σπαγε με τη βαριά και τα τεμάχια τα στοίβαζε.

Τα έκανε έτοιμα για φόρτωμα.

Λένε - μετέφερε την κατατεμαχισμένη πέτρα, ως τ’ ανάλογο σημείο, μ’ ένα μισό κομμένο βαρέλι από λαμαρίνα.

Το οποίο το φόρτωνε ξέχειλα και το σβάρνιζε στην κατηφόρα μ’ ένα ανθεκτικό σχοινί.

Τι μόνος του, τι μ’ αδελφό, τι με παρέα - κατέβαζε το κεφάλι κάτω κι έστρωνε τον πισινό του στη δουλειά …

Δεν είχε πονηριά πάνω του ο Νταής.

Γινόταν πτώμα από την κούραση, όταν οι γραφειοκράτες της επιχείρησης ανάγκασαν το λατόμο - ώστε για να πάρει το μεροκάματο -  να φορτώνει ο ίδιος την πέτρα στο φορτηγό.

Η εξόρυξη, της πέτρας στο λατομείο, απαιτούσε προεργασία.

Άνοιγε ο Μίχος - μ’ ειδικό βελόνι, χτυπώντας το δυνατά με τη βαριά - βαθιές τρύπες στην πέτρα, τις γέμιζε με δυναμίτη κι έκανε την έκρηξη…

Συχνά τον συναντούσες να μπαίνει στο χωριό με τα εργαλεία της δουλειάς δεμένα με κοντοσχοίνι και κρεμασμένα στην πλάτη.

Ίσως να τα κουβαλούσε γι’ άλλη εργασία, στο σπίτι, στο μαχαλά ή κάπου αλλού….

Ο άνθρωπος δεν σιγούσε.

Κάποιο τροπάρι έκανε και το νεκροθάφτη.   

Ο Μίχος κρατούσε ίσο σε γαμήλιο τραγούδι με γύρισμα, καθώς το ‘παιρνε η ωραία παρέα: ο Φώτος Γκούτζος, ο Θωμάς Λίτσιος, ο Περικλής Κύρος, ο Λάκης Ντάκος, ο  Κώτσιος Στέργιος… - όλοι τώρα συγχωρεμένοι - όταν έβγαζαν από το πατρικό τη νύφη…    


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

26/03/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.