Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

«Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙ, Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΑ ΧΑΛΑΕΙ…»

Άμα σφύριζε, σίγουρα δεν του πήγαινε καλά η δουλειά. 

Το σφύριγμα έδειχνε ότι ο Κίτσιος Ζντάβος ήταν θυμωμένος.

Άμα τον άκουγες να τραγουδά, άλλαζαν τα πράγματα. 

Όλα του πήγαιναν ρολόι.

Τη Δρόβιανη, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τη Δερβιτσάνη - πίσω απ’ το βουνό - την έπιανε πεζός.

- Θα πεταχτό μια στη Βέργω - σου έλεγε - και γυρίζω… 

Σαν να ‘ταν η αλαργινή Δρόβιανη ‘δω κι αυτού.

Πήραν την τέσσερα του κόμματος από ‘να κτίστη κι είδε το φίλο πικραμένο…  

- Θα σου φτιάξω εγώ μια με πέτρα, που να ‘ναι αντοχής, Νίκο - του είπε. - Μόνον εσύ μην μου χολιάζεις…

Καθώς κτιζόταν με πέτρα το Μέγαρο του Κόμματος στ’ Αργυρόκαστρο, δημοσιογράφος επισκέπτεται τους λιθοπελεκητές, να τους ρωτήσει για τη νέα ζωή στο χωριό:

Η παρέα, με τρόπο, τον στέλνει στον «επιτήδειο».

Ο Κίτσος μ’ άνεση, του λέει:

- Κάποτε είχαμε τις γρέντες του σπιτιού γεμάτες καλαμπόκι. Τώρα δεν έχουμε σπυρί.

Σπάει το ποντίκι τη μύτη.

Μούγκα ο δημοσιογράφος. Μάζεψε τα «σύνεργα» κι έφυγε.

Κι ένα άλλο, βαρύ περιστατικό κι αυτό, για εκείνον τον καιρό:

«Όταν πέθανε ο Στάλιν, κομματικό στέλεχος επισκέπτεται τους κτίστες και τους διατάζει:

- Σταματήστε τα σφυριά…! Σήμερα δεν θα δουλέψετε!

Γυρίζει ο Κίτσιος και λέει στον κομματικό:

- Καλά λες εσύ, αλλά... το θέμα είναι ποιος θα θρέψει τα παιδιά μου σήμερα;!»

Του ασκήθηκε αυστηρή κριτική…

Από τότε το 'ραψε ο Κίτσιος Ζντάβος. 

Όταν τον ρωτούσαν μετά:

- Κίτσιο τι γίνεται;

Απαντούσε επιφυλακτικά ο άνθρωπος, γιατί ήθελε να ζήσει:

- Ότι θέλει ο λαός γίνεται…! Τι άλλο να γίνει...;!

Φύτρωσαν στα χείλη του Κίτσιου, εκτός της παραπάνω διατύπωσης, κι άλλες τρεις σοφές εκφράσεις:

«Τι να κάνει κανείς», «δεν βαριέσαι αδελφέ» και «ο καιρός τα φτιάχνει, ο καιρός τα χαλάει».

Του Σιάρρα - Γραμματέας της Κομματικής Επιτροπής - ένα μεσημέρι του τη δίνει κι επισκέπτεται τον Κίτσιο στο σπίτι.

Βρίσκει την οικογένεια στο σουφρά, να τρώει γλυκό τραχανά.

Ντράπηκε τ' αντρόγυνο, αλλά και χάρηκε. Αφού Γραμματέας του Κόμματος πατούσε το σπίτι τους…

Όπως το ‘χε ο λαϊκός Σιάρρας, ζητάει ζεστή τριφταριά, κάθεται σταυροπόδι στο σουφρά και τρώει κι αυτός μαζί τους.

Τρώγοντας διακρίνει μια πάντα - με ζωγραφισμένα μηλοστάφυλα - κρεμασμένη στον τοίχο.

- Ωραία η πάντα - λέει.

- Τα φρούτα να τα 'χαμε τώρα εδώ, όχι στον τοίχο - απαντάει ο Κίτσιος.

Απόφυγε με γέλιο  ο Γραμματέας το καρφί…. Έκανε σάμπως δεν κατάλαβε...

… Μετά από καιρό, έτυχε να συναντηθούν οι δύο Κίτσιδες στην πόλη.

Λέει ο Σιάρρας στο Ζντάβο:

- Σε τσάκωσα. Τώρα θα πάμε να γευματίσουμε σπίτι μου.

Κοιτάει αθώα το Γραμματέα ο Ζντάβος κι του απαντάει:

Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω, αλλά δεν έρχομαι. Αν έρθω και φάμε μαζί, καλομαθαίνω…

Χωρίστηκαν γελώντας…

Δεν άφηνε, ο Κίτσιος στο χωριό, κοπέλα χωρίς να τη βγάλει από το σπίτι, όταν παντρεύονταν. 

Χωρίς να την κεράσει...

… Κι ας ήταν πάμπτωχος… 


Υστερόγραφο: Το σπίτι στη φωτογραφία, είναι του Κίτσιου Ζντάβου, στο "Μασοχώρι".


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

18/01/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.