Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΪΝΤΕ ΒΑΣΙΛΙΚΑ…!

(Σκιτσογράφημα)

…Αυτή η φωνή βουίζει ακόμα στ’ αυτί μου, ακριβώς όπως κάποτε ...

... Ασφαλώς και δεν ήταν ποιητής ο Πέτρος Νέκος…

Μια αλάξευτη πέτρα ήταν. Άμορφη από το ατελείωτο τζοβόρι της Δερβιτσιάνης. Σβόλος από τα καρπερά χώματα της Μπάτιστας, του Νεροσιού...

Ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος. Περαστικός από ετούτη τη ζωή.

Όπως όλοι μας.

…Πάνω στο ξύλινο κάθισμα του κάρου, εκεί που ταξίδευε, συνήθως κουβαλούσε το γάλα από το στάβλο στο τυροκομείο, τρόχιζε το μυαλό του. Το ‘βαζε σε δουλειά. Έγραφε «στίχους».

Όχι σε χαρτί. Σε μια άκρη του νου. Έχοντας υπόψη τα καθέκαστα, τα παράξενα του χωριού του…

Με την ελάχιστη ασυντόνιστη, ασύντακτη στιχοπλοκή, στη μνήμη του κόσμου έμεινε «ο Πέτρος που έγραφε ποιήματα».

Το κάρο, μετά τη δουλειά, το «πάρκαρε» δίπλα απ’ την πόρτα του σπιτιού του. Με το τιμόνι σηκωμένο ψηλά. Σαν γλούπο κανονιού.

Τα γαλατοδοχεία τ’ άφηνε, πότε πάνω στο κάρο και πότε πλάι του. Ή πίσω από την εξώπορτα, στο προαύλιο του σπιτιού του.

Πεντακάθαρα, έτοιμα για την επόμενη μέρα.

…Ενώ τ’ άλογο -  βαπτισμένο από τον ίδιο - Βασιλίκα, το ‘δενε σ’ ένα σιδερένιο γάντζο. Μπηγμένο στον τοίχο της Νίκο Μπάκοβας.

Λίγα μέτρα πιο πέρα.

Εκεί το πότιζε, το τάιζε, το φρόντιζε… Το πρόσεχε σαν τα μάτια του.

Για να «αναβαθμισθεί», να ανέβει και καθίσει «αναπαυτικά» σε ξύλινο κάθισμα κάρου, ο Πέτρος πέρασε από τρύπα βελονιού…

Από βιβλιοπώλης, σε γωνιακό χώρο, κάπου στου Σταμούλη, υπεύθυνος σε Αναγνωστήριο του χωριού - κατασχεμένο ιδιωτικό κτήριο από το κράτος.

Και δεν ξέρω πού αλλού δούλεψε…;!

Ήμουν μικρός, δεν πρόλαβα να τον δω να πουλάει βιβλία.

Τον φέρνω στην μνήμη μου, να γράφει με μολύβι στο πεζούλι της συκαμιάς του Μιλτιάδη τα ονόματα συγχωριανών πάνω στις εφημερίδες και να φωνάζει μετά στην πλατεία του χωριού: «Zëri i Popullit», «Bashkimi», «Puna», «Zëri i Rinisë», «Λαϊκό Βήμα»…

Και οι συνδρομητές να τον πλησιάζουν ένας - ένας σιωπηλά, για να πάρει ο καθένας το φύλλο του.

Τη διαφώτιση, την τροφή του μυαλού εκείνης της εποχής…

Είχε τα παράξενά του ο καροτσέρης:

… Όταν περνούσε με το κάρο από τα στέκια, που άραζε πλήθος κόσμου, η μανία του, να έκανε επίδειξη:

Χτυπούσε με βέργα, στα οπίσθια τ’ άλογο, τραβούσε τα γκέμια και του φώναζε δυνατά:
«Άιντε Βασιλίκα…!».

Και τ’ άλογο έτρεχε γοργά… Τόσο που άφριζε…

- Νωρίτερα είχε κάρο με δύο άλογα: Με τον "Τσίλη" από τη μια μεριά, που όταν ψόφησε, τον έκλαψε σαν μικρό παιδί και το "Μάργο", από την άλλη, που δάγκωνε. -

Ο Πέτρος Νέκος κοιτούσε, πάνω από το κάρο, τον κόσμο καλοσυνάτα και τον χαιρετούσε καλόκαρδα.

Μ’ ένα τριαντάφυλλο δαγκωμένο στο στόμα και μ’ ένα τραγούδι του, στα χείλη πάντα. Με νωπό σατιρικό περιεχόμενο που ανταποκρινόταν σε γεγονός, που το ‘ξερε όλο το χωριό …

Συχνά τσακωνόταν μ’ άτομα, που τους «πρόσβαλε» με τους στίχους τους.

Έβλεπαν κομματική οργάνωση και εξουσία, που τα έβαζε μαζί τους, τους χαλούσε τη γραμμή, καλούσαν τον απείθαρχο ποιητή στο γραφείο και του ασκούσαν αυστηρή κριτική:

«Πέτρο όχι πια άλλη κοροϊδία!»

Με στόχο…, να αλλάξει πορεία…

Μέσα στο γραφείο, ο Πέτρος, ζητούσε συγγνώμη. Μα…, μόλις κατέβαινε τις ξύλινες σκάλες κι ένιωθε ελεύθερος, «ξεχνούσε» κι έκανε πάλι τα ίδια.

Καυτηρίαζε με στίχο, ό,τι  του φαινόταν παράλογο.

Ενδιάμεσα, με το κάρο, έκανε κι άλλες, πολλές εργασίες.

Κουβαλούσε νερό, ζωοτροφές… Το μεσημέρι, όταν δόθηκε κομματική εντολή -  αντιγραφή κινέζικης πείρας - ο κόσμος στα χωράφια να τρώει φαγητό από το μαγειρείο του συνεταιρισμού, μετέφερε σε μπιντόνια μακαρόνια με λιωμένο κρέας και σε ματαράδες κομμένο γιαούρτι …

Είχε φάση…

…Όταν περπατούσε μέσα στο κοινό, για να σου τραβήξει την προσοχή, έκανε σαν να έπεφτε χάμω - πεδουκλώνοντας τα πόδια του.

Κι ο κόσμος, καθώς αντιλαμβανόταν το χιούμορ του, λυνόταν στα γέλια.

…Ήταν της σάτιρας και του ποτού, ο Πέτρος Νέκος. Και ποτέ, μα ποτέ δεν έκανε σε κανέναν κακό αυτός ο αγαθός άνθρωπος …


Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ
23/09/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.