Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕ ΕΣΠΕΡΝΑΝ

(Κοίτα τι μου θυμίζει μια φωτογραφία!)
Δεν θυμάμαι απολύτως τίποτε. - Αν σας πω θυμάμαι, θα σας γελάσω. - Τόσο μικρούλης ήμουνα. Θα πέρασε ο φωτογράφος έξω από την πόρτα κι οι γονείς μου τον πήραν μέσα στην αυλή. Να μας φωτογραφίσει. 

Έκοψε η μανούλα μας μολόχες, τριαντάφυλλα, αγιόκλημα, ροδοδάφνη…, κι έφτιαξε τρεις μικρές ανθοδέσμες. Και μας έδωσε από μια. Για να την κρατήσουμε στο χέρι. 

Εμένα, για να έφτανα το μπόι της αδερφής, με ανέβασαν πάνω σε καρέκλα. Με πλεχτό, ψάθινο κάθισμα. Αυτή και δύο - τρεις άλλες καρέκλες, ίδιας κοπής, τις θυμάμαι καλά. Ήταν βαλμένες στον οντά, δίπλα στο μιντέρι.

Το σπίτι ήταν χτισμένο ξερολίθι. Κι ασβεστωμένο με μεράκι. Η αυλή στρωμένη όπως - όπως, με μεγάλες πέτρινες πλάκες. Όχι όλη η αυλή. Μόνο ένα κομμάτι. Την υπόλοιπη, ο πατέρας μου την πλάκωσε με περίσσευμα μπετό από τις μυλόπετρες που έφτιαχνε στο σοκάκι. 

Στη μέση της αυλής ήταν η συκαμιά. Έκανε άσπρα νόστιμα συκάμια. Έτρωγες του σκασμού και δεν χόρταινες. Στον κορμό της, αργότερα, όταν πήγα στο σκολειό, ακουμπούσα κι έγραφα τα καθήκοντα. Καθισμένος σε σκαμνί. 

Η εξώπορτα ήταν πολύ μεγάλη. Τεράστια. Όπως και πολλές άλλες στο χωριό. Για να χωρούσαν το φορτίο με ζαερέ. Για την αγελάδα και τα γιδοπρόβατα. - Τα σπίτια αυτά πριν ήταν καλύβια. - Με τον αδερφό μου την εξώπορτα την είχαμε τέρμα. Γινόταν χαμός, φασαρία μεγάλη, στο παιχνίδι με το λαστιχένιο τόπι. 

Ότι ζημιές ή ζαβολιές έκαναν τ’ αδέρφια μου, τις μαρτυρούσα στη μαμά μου. Και τις τρώγανε ανάποδες. Ενώ εμένα με 'σφιγγε στην αγκαλιά της και με χάιδευε γλυκά. 

Δεν έκανα καλά. Αυτό το κατάλαβα από την αδερφή μου, που μου μαύριζε τον πισινό στο τσίμπημα και δεν με έπαιρνε πια μαζί της. 

Όσο έβγαζα το μυστικό μικρός, τόσο δεν έβγαζα μιλιά. Το ‘θαβα βαθιά όταν μεγάλωσα.

Με αποκαλούσαν σγουρομάλλη. Κι αυτό το νόμιζα βρισιά. Με εκνεύριζε. Καμιά φορά, μου έδεναν κορδέλα στο κεφάλι. Κι έκλαιγα με ελιγμούς. Ώσπου να μου τη βγάλουν. 

Σίγουρα, θα ήμουν μεγαλύτερος, απ’ αυτόν που βλέπετε στη φωτογραφία, όταν φορούσα μια παλιά φουστανέλα της μάνας μου, το βελούδινο μακρύ γιλέκο, έδενα στο κεφάλι ασπρομάντηλο, άρπαζα ένα ξύλο από τη στάβα για μπαστούνι και παρίστανα τη γριά. Έβγαινα, έτσι…, ως το πηγάδι. Όποιος με έβλεπε, λυνόταν ο αφαλός του από τα γέλια.

Από ζούρλες, έκανα πολλές. Κάργα. Να μην τις μετρήσω τώρα… Δεν άφηνα πέτρα απανωτή. Μου έλεγαν ότι φύτρωνα στο γήπεδο. Στις καχτιές του Σέλλειου, στα πλατάνια του Μάλλιου, στο χασίλι της Κρίβως, στη γούρα του Γουργού… Όπου δεν με ‘σπερναν… Κάπου, άπλωνα χέρι και στα φρούτα των γειτόνων. Ώσπου… μια φορά με γράπωσαν. Πάνω στης Λέξαινας την κυδωνιά. Μου τράβηξαν δυνατά τ’ αφτί. Μου το ‘καναν παπούτσι. 

Για να με ξεφορτωθούν, με πήγαν στο νηπιαγωγείο. Στην αρχή τσαντίστηκα. Το έσκασα κλέφτηκα την πρώτη μέρα. Κι έφτασα, με παρέα, ως τ’ αμπέλια. Αργότερα μόνιασα. Μου άρεσε ο χορός με τα κορίτσια, το τραγούδι, τα παιχνίδια. Η λευκή μπλούζα που φορούσα. Το κεντητό καθαρό μυτομάντηλο, που μου έβαζε η αδερφή στη τσέπη.

Όταν πλησίαζε η ώρα, για να μπαίναμε στη γραμμή για τα σπίτια, κι οι μικρούληδες φώναζαν χαρούμενα, δεν μου έκανε η καρδιά ν’ απομακρυνθώ. Τόσο πολύ το αγάπησα το νηπιαγωγείο. Μα και τη δασκάλα μου, την Αθηνά.

Η γιαγιά μου συνέχεια μου τραγουδούσε: «Στα κατσαρά σου τα μαλλιά,/ λαλούν αηδόνια και πουλιά…». Δεν μου άρεσε το τραγούδι αυτό, γιατί τα πουλιά, δεν τα ήθελα να κάτσουν πάνω στο κεφάλι μου. Μα…, ήθελα… να τα κρατώ αγκαλιά. Συχνά μου ‘φερνε ο αδερφός μου πουλιά και φωλιές απ’ τα χωράφια. Που τα ‘δενε με ράμμα από το πόδι κι εγώ φτερούγιζα από χαρά. 

Φοβόμουν το λύκο, το σκοτάδι. Και τους κεραυνούς. Μα και τα ισκιώματα, για τα οποία συνέχεια μου μιλούσε η γιαγιά μου. Και τις μίκες, με τα φαρδιά τουμάνια, που ερχόταν από το γειτονικό χωριό στο μύλο γι’ άλεσμα κι έδεναν τα ζώα μεταφοράς ως την ακακία του πηγαδιού και τη λεύκα του Ζούρη. 

Κι ένα τελευταίο. - Γιατί τα παιδικά χρόνια θέλουν ολόκληρο βιβλίο. Δεν τα χωρεί με τίποτε ένα κείμενο. - Κάπου, φαίνεται, θα πήγαιναν οι γονείς μου, κι η γιαγιά έλειπε από το σπίτι, γι’ αυτό με ξεφόρτωσαν στην αδερφή μου, που με πήρε στην τάξη και με κάθισε δίπλα στο θρανίο της.

Έλαχε, εκείνο το πρωινό, να πάει ο νοσοκόμος να εμβολιάσει τους μαθητές. Μόλις είδα να τρυπάει τον πρώτο, πόνεσε η καρδιά μου. Με το φόβο μέσα στα φυλλοκάρδια μου, μήπως με έσπαγε κι εμένα, σκέφτηκα στα γρήγορα τη ζαβολιά. Να ριχτώ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Η τάξη, στου Μπάσσιου, ήταν ισόγεια και το έσκασα εύκολα.

Έγινα άφαντος… 

Γιώργος ΜΥΤΙΛΗΣ

07/02/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.